παλιοκουβέντα
•
- λόγος υβριστικός ή απρεπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοκουβέντα < παλιο- + κουβέντα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοκουβέντα | παλιοκουβέντες |
| Γενική | παλιοκουβέντας | — |
| Αιτιατική | παλιοκουβέντα | παλιοκουβέντες |
| Κλητική | παλιοκουβέντα | παλιοκουβέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →