παλιομασκαράς
•
- μεταφορικάο απατεώνας Βικιλεξικό
- α βρε παλιομασκαρά, τι μου 'κανες!
Ετυμολογία
παλιομασκαράς < παλιο- + μασκαράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιομασκαράς | παλιομασκαράδες |
| Γενική | παλιομασκαρά | παλιομασκαράδων |
| Αιτιατική | παλιομασκαρά | παλιομασκαράδες |
| Κλητική | παλιομασκαρά | παλιομασκαράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →