παλιοπαρέα
•
- παρέα ανθρώπων που τους συνδέει μακρόχρονη γνωριμία και φιλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοπαρέα < παλιο- + παρέα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοπαρέα | παλιοπαρέες |
| Γενική | παλιοπαρέας | — |
| Αιτιατική | παλιοπαρέα | παλιοπαρέες |
| Κλητική | παλιοπαρέα | παλιοπαρέες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →