παλιοπατσαβούρα
•
- μειωτικόχαρακτηρισμός ανήθικης γυναίκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοπατσαβούρα < παλιο- + πατσαβούρα < βενετικά spazzadura (ιταλικά spazzatura) < spazzare < λατινικά spatiari, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος spatior < spatium < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speh₁- (τεντώνω, τραβώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοπατσαβούρα | παλιοπατσαβούρες |
| Γενική | παλιοπατσαβούρας | παλιοπατσαβούρων |
| Αιτιατική | παλιοπατσαβούρα | παλιοπατσαβούρες |
| Κλητική | παλιοπατσαβούρα | παλιοπατσαβούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →