παλιοτόμαρο
•
- υβριστικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο ασυνείδητο, χωρίς αρχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιοτόμαρο < παλιο- + τομάρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιοτόμαρο | παλιοτόμαρα |
| Γενική | παλιοτόμαρου | παλιοτόμαρων |
| Αιτιατική | παλιοτόμαρο | παλιοτόμαρα |
| Κλητική | παλιοτόμαρο | παλιοτόμαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →