Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλιρροϊκός

/pa.li.ɾoiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας Βικιλεξικό
  2. σχετικός με φαινόμενα που μεταβάλλονται περιοδικά και προκαλούνται από τη βαρυτική έλξη μεταξύ σωμάτων (όπως π.χ. εξαιτίας της έλξης που ασκεί η Σελήνη στους ωκεανούς της Γης) Βικιλεξικό
  3. παλιρροϊκό κύμα: κύμα που προκαλείται από σεισμική ή ηφαιστειακή δραστηριότητα ή κάποιο ανόλογο φαινόμενο μεγάλης κλίμακας (όπως π.χ. πρόσκρουση μετεωρίτη) και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη έκταση και την ικανότητα να διανύει πολύ μεγάλη απόσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλιρροϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παλιρροέω + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική tidal

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλιρροϊκόςπαλιρροϊκήπαλιρροϊκό
Γενικήπαλιρροϊκούπαλιρροϊκήςπαλιρροϊκού
Αιτιατικήπαλιρροϊκόπαλιρροϊκήπαλιρροϊκό
Κλητικήπαλιρροϊκέπαλιρροϊκήπαλιρροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλιρροϊκοίπαλιρροϊκέςπαλιρροϊκά
Γενικήπαλιρροϊκώνπαλιρροϊκώνπαλιρροϊκών
Αιτιατικήπαλιρροϊκούςπαλιρροϊκέςπαλιρροϊκά
Κλητικήπαλιρροϊκοίπαλιρροϊκέςπαλιρροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →