παλιρροϊκός
•
- σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας Βικιλεξικό
- σχετικός με φαινόμενα που μεταβάλλονται περιοδικά και προκαλούνται από τη βαρυτική έλξη μεταξύ σωμάτων (όπως π.χ. εξαιτίας της έλξης που ασκεί η Σελήνη στους ωκεανούς της Γης) Βικιλεξικό
- παλιρροϊκό κύμα: κύμα που προκαλείται από σεισμική ή ηφαιστειακή δραστηριότητα ή κάποιο ανόλογο φαινόμενο μεγάλης κλίμακας (όπως π.χ. πρόσκρουση μετεωρίτη) και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη έκταση και την ικανότητα να διανύει πολύ μεγάλη απόσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιρροϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παλιρροέω + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική tidal
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιρροϊκός | παλιρροϊκή | παλιρροϊκό |
| Γενική | παλιρροϊκού | παλιρροϊκής | παλιρροϊκού |
| Αιτιατική | παλιρροϊκό | παλιρροϊκή | παλιρροϊκό |
| Κλητική | παλιρροϊκέ | παλιρροϊκή | παλιρροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιρροϊκοί | παλιρροϊκές | παλιρροϊκά |
| Γενική | παλιρροϊκών | παλιρροϊκών | παλιρροϊκών |
| Αιτιατική | παλιρροϊκούς | παλιρροϊκές | παλιρροϊκά |
| Κλητική | παλιρροϊκοί | παλιρροϊκές | παλιρροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →