παλιόδρομος
•
- δρόμος δύσκολος ή/και σε κακή κατάσταση Βικιλεξικό
- από το χωριό μέχρι την γειτονική πόλη παίρνεις ένα στενό παλιόδρομο, όλο κλειστές στροφές και λακκούβες
Ετυμολογία
παλιόδρομος < παλιο- + δρόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιόδρομος | παλιόδρομοι |
| Γενική | παλιόδρομου | παλιόδρομων |
| Αιτιατική | παλιόδρομο | παλιόδρομους |
| Κλητική | παλιόδρομε | παλιόδρομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →