παλιόκαιρος
•
- βρομόκαιρος, κακοκαιρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιόκαιρος < παλιο- + -καιρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιόκαιρος | παλιόκαιροι |
| Γενική | παλιόκαιρου | παλιόκαιρων |
| Αιτιατική | παλιόκαιρο | παλιόκαιρους |
| Κλητική | παλιόκαιρε | παλιόκαιροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →