παλιόμυγα
•
- προφορικόη ενοχλητική μύγα Βικιλεξικό
- Βρε την παλιόμυγα! Δε φεύγει με τίποτα.
Ετυμολογία
παλιόμυγα< παλιό- + μύγα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιόμυγα | παλιόμυγες |
| Γενική | παλιόμυγας | παλιόμυγων |
| Αιτιατική | παλιόμυγα | παλιόμυγες |
| Κλητική | παλιόμυγα | παλιόμυγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →