παλιόπραμα
•
- αντικείμενο πολύ χαμηλής αξίας Βικιλεξικό
- παλιό αντικείμενο σε κακή κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιόπραμα < παλιό- + πράμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιόπραμα | παλιοπράματα |
| Γενική | παλιοπράματος | παλιοπραμάτων |
| Αιτιατική | παλιόπραμα | παλιοπράματα |
| Κλητική | παλιόπραμα | παλιοπράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →