παλιόσπιτο
•
- μειωτικόσπίτι (κτίσμα) σε κακή κατάσταση λόγω παλαιότητας ή εγκατάλειψης Βικιλεξικό
- μεταφορικάπορνείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιόσπιτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παλιόσπιτο(ν). Μορφολογικά αναλύεται σε παλιο- + σπίτι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιόσπιτο | παλιόσπιτα |
| Γενική | παλιόσπιτου | παλιόσπιτων |
| Αιτιατική | παλιόσπιτο | παλιόσπιτα |
| Κλητική | παλιόσπιτο | παλιόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →