παλιώνω
•
- αμετάβατοαλλάζω με την πάροδο του χρόνου Βικιλεξικό
- όταν παλιώνει το κρασί, γίνεται καλύτερο και αποκτά μεγαλύτερη εμπορική αξία
- φθείρομαι, γερνάω, ξεθωριάζω κλπ με το χρόνο Βικιλεξικό
- αυτό το παντελόνι πάλιωσε
- αμετάβατοαποκτώ με τα χρόνια εμπειρία και κύρος σε υπηρεσία, εργασία κλπ Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι να φαίνεται παλιό, το φθείρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιώνω <παλαιώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παλιώνω | παλιώνεις | παλιώνει | παλιώνουμε | παλιώνετε | παλιώνουν / παλιώνουνε |
| Παρατατικός | πάλιωνα | πάλιωνες | πάλιωνε | παλιώναμε | παλιώνατε | πάλιωναν / παλιώναν / παλιώνανε |
| Αόριστος | πάλιωσα | πάλιωσες | πάλιωσε | παλιώσαμε | παλιώσατε | πάλιωσαν / παλιώσαν / παλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα παλιώνω / θα παλιώσω | θα παλιώνεις / θα παλιώσεις | θα παλιώνει / θα παλιώσει | θα παλιώνουμε / θα παλιώσουμε | θα παλιώνετε / θα παλιώσετε | θα παλιώνουν / θα παλιώνουνε / θα παλιώσουν / θα παλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παλιώσει | έχεις παλιώσει | έχει παλιώσει | έχουμε παλιώσει | έχετε παλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παλιώσει | είχες παλιώσει | είχε παλιώσει | είχαμε παλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παλιώσει / να παλιώνω / να παλιώσω | να έχεις παλιώσει / να παλιώνεις / να παλιώσεις | να έχει παλιώσει / να παλιώνει / να παλιώσει | να έχουμε παλιώσει / να παλιώνουμε / να παλιώσουμε | να έχετε παλιώσει / να παλιώνετε / να παλιώσετε | να παλιώνουν / να παλιώνουνε / να παλιώσουν / να παλιώσουνε |
| Προστακτική | — | πάλιωνε / πάλιωσε | — | — | παλιώνετε / παλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →