παλλακεία
•
- νομικός όροςη συμβίωση μιας γυναίκας με ένα άνδρα, χωρίς να έχει προηγηθεί γάμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλλακεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παλλακεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλλακεία | παλλακείες |
| Γενική | παλλακείας | παλλακειών |
| Αιτιατική | παλλακεία | παλλακείες |
| Κλητική | παλλακεία | παλλακείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →