Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλληκάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοάλλη γραφή του παλικάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλληκάρι < μεσαιωνική ελληνική παλληκάρι(ν) / παλληκάριον / παληκάριν / παλλικάριον < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του πάλληξ < αρχαία ελληνική πάλλαξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλληκάριπαλληκάρια
Γενικήπαλληκαριούπαλληκαριών
Αιτιατικήπαλληκάριπαλληκάρια
Κλητικήπαλληκάριπαλληκάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →