παλλόμενο σύμφωνο
•
- φωνητικήσύμφωνο που ταξινομείται ως παλλόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, καθώς ένας κινητός ενεργός αρθρωτής π.χ. η γλώσσα πάλλεται γρήγορα από το ρεύμα του αέρα προς έναν άλλο άρθρωτή (συνήθως για πολλές παλμικές κινήσεις) Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε σύμφωνο όπου παράγεται έστω και μια παλμική κίνηση Βικιλεξικό
- Τα μονοπαλλόμενα και τα πολυπαλλόμενα σύμφωνα είναι και τα δύο παλλόμενα σύμφωνα.
- < υπώνυμα: μονοπαλλόμενο σύμφωνο, πολυπαλλόμενο σύμφωνο
Ετυμολογία
παλλόμενο σύμφωνο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική consonne vibrante → δείτε τις λέξεις παλλόμενο και σύμφωνο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλλόμενο σύμφωνο | παλλόμενα σύμφωνα |
| Γενική | παλλομένου συμφώνου / παλλόμενου συμφώνου | παλλομένων συμφώνων / παλλόμενων συμφώνων |
| Αιτιατική | παλλόμενο σύμφωνο | παλλόμενα σύμφωνα |
| Κλητική | παλλόμενο σύμφωνο | παλλόμενα σύμφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →