Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλμικός

/pal.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με παλμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλμικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παλμικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oscillatoire. Μορφολογικά αναλύεται σε παλμ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλμικόςπαλμικήπαλμικό
Γενικήπαλμικούπαλμικήςπαλμικού
Αιτιατικήπαλμικόπαλμικήπαλμικό
Κλητικήπαλμικέπαλμικήπαλμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλμικοίπαλμικέςπαλμικά
Γενικήπαλμικώνπαλμικώνπαλμικών
Αιτιατικήπαλμικούςπαλμικέςπαλμικά
Κλητικήπαλμικοίπαλμικέςπαλμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →