Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλμοκωδικός

/pal.mo.ko.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την παλμοκωδική διαμόρφωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλμοκωδικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pulse-code. Μορφολογικά αναλύεται σε παλμ(ός) + -ο- + κωδικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλμοκωδικόςπαλμοκωδικήπαλμοκωδικό
Γενικήπαλμοκωδικούπαλμοκωδικήςπαλμοκωδικού
Αιτιατικήπαλμοκωδικόπαλμοκωδικήπαλμοκωδικό
Κλητικήπαλμοκωδικέπαλμοκωδικήπαλμοκωδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλμοκωδικοίπαλμοκωδικέςπαλμοκωδικά
Γενικήπαλμοκωδικώνπαλμοκωδικώνπαλμοκωδικών
Αιτιατικήπαλμοκωδικούςπαλμοκωδικέςπαλμοκωδικά
Κλητικήπαλμοκωδικοίπαλμοκωδικέςπαλμοκωδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →