παλουκοκαύτης
•
- προφορικόαυτός που μας αναγκάζει να κάψουμε ακόμα και τα παλούκια από τους φράχτες για να ζεσταθούμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλουκοκαύτης < παλούκι + καυ- (< καίω, καύση) + -της
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλουκοκαύτης | παλουκοκαύτες |
| Γενική | παλουκοκαύτη | παλουκοκαυτών |
| Αιτιατική | παλουκοκαύτη | παλουκοκαύτες |
| Κλητική | παλουκοκαύτη | παλουκοκαύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →