Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλουκοκαύτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόαυτός που μας αναγκάζει να κάψουμε ακόμα και τα παλούκια από τους φράχτες για να ζεσταθούμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλουκοκαύτης < παλούκι + καυ- (< καίω, καύση) + -της

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλουκοκαύτηςπαλουκοκαύτες
Γενικήπαλουκοκαύτηπαλουκοκαυτών
Αιτιατικήπαλουκοκαύτηπαλουκοκαύτες
Κλητικήπαλουκοκαύτηπαλουκοκαύτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →