παμβέβηλος
•
- πλήρως, ο απόλυτα βέβηλος, αμαρτωλός Βικιλεξικό
- ασεβής, ανίερος Βικιλεξικό
- Δέν πρόφθασε ὅμως ὁ παμβέβηλος ἐκεῖνος ν᾽ ἁπλώσει τὰ μιαρά του χέρια (Ὁμιλία εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ, Ιερά Μητρόπολις Μορφού)
Ετυμολογία
παμβέβηλος < παμ- + βέβηλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμβέβηλος | παμβέβηλη | παμβέβηλο |
| Γενική | παμβέβηλου | παμβέβηλης | παμβέβηλου |
| Αιτιατική | παμβέβηλο | παμβέβηλη | παμβέβηλο |
| Κλητική | παμβέβηλε | παμβέβηλη | παμβέβηλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμβέβηλοι | παμβέβηλες | παμβέβηλα |
| Γενική | παμβέβηλων | παμβέβηλων | παμβέβηλων |
| Αιτιατική | παμβέβηλους | παμβέβηλες | παμβέβηλα |
| Κλητική | παμβέβηλοι | παμβέβηλες | παμβέβηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →