Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παμβέβηλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πλήρως, ο απόλυτα βέβηλος, αμαρτωλός Βικιλεξικό
  2. ασεβής, ανίερος Βικιλεξικό
    • Δέν πρόφθασε ὅμως ὁ παμβέβηλος ἐκεῖνος ν᾽ ἁπλώσει τὰ μιαρά του χέρια (Ὁμιλία εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ, Ιερά Μητρόπολις Μορφού)

Ετυμολογία

παμβέβηλος < παμ- + βέβηλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαμβέβηλοςπαμβέβηληπαμβέβηλο
Γενικήπαμβέβηλουπαμβέβηληςπαμβέβηλου
Αιτιατικήπαμβέβηλοπαμβέβηληπαμβέβηλο
Κλητικήπαμβέβηλεπαμβέβηληπαμβέβηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαμβέβηλοιπαμβέβηλεςπαμβέβηλα
Γενικήπαμβέβηλωνπαμβέβηλωνπαμβέβηλων
Αιτιατικήπαμβέβηλουςπαμβέβηλεςπαμβέβηλα
Κλητικήπαμβέβηλοιπαμβέβηλεςπαμβέβηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →