Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παμμέγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοπολύ μεγάλος, τεράστιος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολύ σπουδαίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παμμέγιστος < (παν) παμ- + μέγιστος και (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παμμέγιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαμμέγιστοςπαμμέγιστηπαμμέγιστο
Γενικήπαμμέγιστουπαμμέγιστηςπαμμέγιστου
Αιτιατικήπαμμέγιστοπαμμέγιστηπαμμέγιστο
Κλητικήπαμμέγιστεπαμμέγιστηπαμμέγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαμμέγιστοιπαμμέγιστεςπαμμέγιστα
Γενικήπαμμέγιστωνπαμμέγιστωνπαμμέγιστων
Αιτιατικήπαμμέγιστουςπαμμέγιστεςπαμμέγιστα
Κλητικήπαμμέγιστοιπαμμέγιστεςπαμμέγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →