παμμέγιστος
•
- επιτατικό επίθετοπολύ μεγάλος, τεράστιος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ σπουδαίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παμμέγιστος < (παν) παμ- + μέγιστος και (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παμμέγιστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμμέγιστος | παμμέγιστη | παμμέγιστο |
| Γενική | παμμέγιστου | παμμέγιστης | παμμέγιστου |
| Αιτιατική | παμμέγιστο | παμμέγιστη | παμμέγιστο |
| Κλητική | παμμέγιστε | παμμέγιστη | παμμέγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμμέγιστοι | παμμέγιστες | παμμέγιστα |
| Γενική | παμμέγιστων | παμμέγιστων | παμμέγιστων |
| Αιτιατική | παμμέγιστους | παμμέγιστες | παμμέγιστα |
| Κλητική | παμμέγιστοι | παμμέγιστες | παμμέγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →