παμμίαρος
•
- αρχαιοπρεπέςμιαρότατος, ο πιο μιαρός, ασεβέστατος, πολύ ασεβής Βικιλεξικό
- Ο ασεβέστατος και παμμίαρος κληρικός απάντησε: (Αγαπίου μοναχού, αμαρτωλών σωτηρία, Εν Βενετία 1851, σελ. 191-192, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου)
Ετυμολογία
παμμίαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παμμίαρος < παμ- + μιαρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμμίαρος | — | παμμίαρο |
| Γενική | παμμίαρου | — | παμμίαρου |
| Αιτιατική | παμμίαρο | — | παμμίαρο |
| Κλητική | παμμίαρε | — | παμμίαρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμμίαροι | — | παμμίαρα |
| Γενική | παμμίαρων | — | παμμίαρων |
| Αιτιατική | παμμίαρους | — | παμμίαρα |
| Κλητική | παμμίαροι | — | παμμίαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →