παμπιλόνι
•
- ανδριώτικο εσπεριδοειδές με καρπό μεγάλου μεγέθους (παρόμοιο με το κυδώνι) από τα οποία φτιάχνεται το ομώνυμο γλυκό, πιθανώς κιτρίον η πομπελμοσία, φράπα Βικιλεξικό
- γλυκόπαραδοσιακό Ανδριώτικο γλυκό του κουταλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παμπιλόνι < ολλανδική pompelmoes • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παμπιλόνι | παμπιλόνια |
| Γενική | παμπιλονιού | παμπιλονιών |
| Αιτιατική | παμπιλόνι | παμπιλόνια |
| Κλητική | παμπιλόνι | παμπιλόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →