παμπόνηρος
•
- πάρα πολύ πονηρός Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
- «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)
Ετυμολογία
παμπόνηρος < παμ- + πονηρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμπόνηρος | παμπόνηρη | παμπόνηρο |
| Γενική | παμπόνηρου | παμπόνηρης | παμπόνηρου |
| Αιτιατική | παμπόνηρο | παμπόνηρη | παμπόνηρο |
| Κλητική | παμπόνηρε | παμπόνηρη | παμπόνηρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παμπόνηροι | παμπόνηρες | παμπόνηρα |
| Γενική | παμπόνηρων | παμπόνηρων | παμπόνηρων |
| Αιτιατική | παμπόνηρους | παμπόνηρες | παμπόνηρα |
| Κλητική | παμπόνηροι | παμπόνηρες | παμπόνηρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →