παμφορείο
•
- παλαιότερο (ιπποκίνητο) όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών Βικιλεξικό
- το ιππήλατο λεωφορείο παλαιών αστικών συγκοινωνιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παμφορείο < (: παν) και φορείο (< φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παμφορείο | παμφορεία |
| Γενική | παμφορείου | παμφορείων |
| Αιτιατική | παμφορείο | παμφορεία |
| Κλητική | παμφορείο | παμφορεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →