παμψυχισμός
•
- φιλοσοφίαθεωρία που πιστεύει πως όλες οι ύλες δεν έχουν μόνο σώμα αλλά και ψυχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παμψυχισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική panpsychisme < pan- + psychisme (ψυχισμός) < αρχαία ελληνική παν- + αρχαία ελληνική ψυχή + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παμψυχισμός | παμψυχισμοί |
| Γενική | παμψυχισμού | παμψυχισμών |
| Αιτιατική | παμψυχισμό | παμψυχισμούς |
| Κλητική | παμψυχισμέ | παμψυχισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →