Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανάθλιος

/paˈna.θli.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικότελείως άθλιος, χαμερπής, τιποτένιος Βικιλεξικό
  2. πολύ δυστυχισμένος, εξαθλιωμένος, που τον βλέπουν οι άλλοι με περιφρόνηση Βικιλεξικό
    • [καθαρεύουσα, κατά την αρχαία κλίση πανάθλιος] «Τὸ ὄνομά μου εἶν’ Ἑλλάς, κοινῶς δὲ καὶ Γραικία ἡ πρὶν λαμπρὰ καὶ ἔνδοξος, τώρα δὲ παναθλία.»

Ετυμολογία

πανάθλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανάθλιος. Συγχρονικά αναλύεται σε παν- + άθλιος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανάθλιοςπανάθλιαπανάθλιο
Γενικήπανάθλιουπανάθλιαςπανάθλιου
Αιτιατικήπανάθλιοπανάθλιαπανάθλιο
Κλητικήπανάθλιεπανάθλιαπανάθλιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανάθλιοιπανάθλιεςπανάθλια
Γενικήπανάθλιωνπανάθλιωνπανάθλιων
Αιτιατικήπανάθλιουςπανάθλιεςπανάθλια
Κλητικήπανάθλιοιπανάθλιεςπανάθλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →