πανάθλιος
•
- μειωτικότελείως άθλιος, χαμερπής, τιποτένιος Βικιλεξικό
- πολύ δυστυχισμένος, εξαθλιωμένος, που τον βλέπουν οι άλλοι με περιφρόνηση Βικιλεξικό
- [καθαρεύουσα, κατά την αρχαία κλίση πανάθλιος] «Τὸ ὄνομά μου εἶν’ Ἑλλάς, κοινῶς δὲ καὶ Γραικία ἡ πρὶν λαμπρὰ καὶ ἔνδοξος, τώρα δὲ παναθλία.»
Ετυμολογία
πανάθλιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανάθλιος. Συγχρονικά αναλύεται σε παν- + άθλιος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανάθλιος | πανάθλια | πανάθλιο |
| Γενική | πανάθλιου | πανάθλιας | πανάθλιου |
| Αιτιατική | πανάθλιο | πανάθλια | πανάθλιο |
| Κλητική | πανάθλιε | πανάθλια | πανάθλιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανάθλιοι | πανάθλιες | πανάθλια |
| Γενική | πανάθλιων | πανάθλιων | πανάθλιων |
| Αιτιατική | πανάθλιους | πανάθλιες | πανάθλια |
| Κλητική | πανάθλιοι | πανάθλιες | πανάθλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →