πανάκεια
•
- το φάρμακο που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες Βικιλεξικό
- μεταφορικάη λύση, η θεραπεία για όλα τα προβλήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανάκεια < αρχαία ελληνική πανακής < παν- + ἄκος (θεραπεία, φάρμακο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανάκεια | πανάκειες |
| Γενική | πανάκειας | πανακειών |
| Αιτιατική | πανάκεια | πανάκειες |
| Κλητική | πανάκεια | πανάκειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →