Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανέρημος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τελείως έρημος Βικιλεξικό
  2. τελείως μόνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανέρημος < παν- + έρημος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανέρημοςπανέρημηπανέρημο
Γενικήπανέρημουπανέρημηςπανέρημου
Αιτιατικήπανέρημοπανέρημηπανέρημο
Κλητικήπανέρημεπανέρημηπανέρημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανέρημοιπανέρημεςπανέρημα
Γενικήπανέρημωνπανέρημωνπανέρημων
Αιτιατικήπανέρημουςπανέρημεςπανέρημα
Κλητικήπανέρημοιπανέρημεςπανέρημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →