πανήγυρη
•
- ο λαμπρός εορτασμός ενός αγίου σε ναό αφιερωμένο σε αυτόν Βικιλεξικό
- Πανήγυρη ξημέρωνε πέρα στα βιλαέτια / και τα χωριά μαζώχθηκαν, άνδρες, γυναίκες πάνε, / πήγε και ο τραγουδιστής κι εκράταε το λαγούτο, / κι αρχίνησε το έρημο τραγούδι να λαλάει· (Γεώργιος Τερτσέτης, Η δικαία εκδίκησις)
- γενικότεραπανηγύρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανήγυρη < αρχαία ελληνική πανήγυρις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανήγυρη | πανηγύρεις |
| Γενική | πανήγυρης | πανηγύρεων |
| Αιτιατική | πανήγυρη | πανηγύρεις |
| Κλητική | πανήγυρη | πανηγύρεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →