πανί με πανί
•
- για άνθρωπο που είναι άφραγκος, αδέκαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανί με πανί < → δείτε τη λέξη πανί στην ονομαστική ενικού (εννοείται: που ακουμπάει) με & πανί στην αιτιατική ενικού (της άδειας τσέπης)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →