Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανί με πανί

φράση
•
  1. για άνθρωπο που είναι άφραγκος, αδέκαρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανί με πανί < → δείτε τη λέξη πανί στην ονομαστική ενικού (εννοείται: που ακουμπάει) με & πανί στην αιτιατική ενικού (της άδειας τσέπης)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →