πανίσχυρος
•
- ο εξαιρετικά ισχυρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανίσχυρος < ελληνιστική κοινή πανίσχυρος. Συγχρονικά αναλύεται σε παν- + ισχυρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανίσχυρος | πανίσχυρη | πανίσχυρο |
| Γενική | πανίσχυρου | πανίσχυρης | πανίσχυρου |
| Αιτιατική | πανίσχυρο | πανίσχυρη | πανίσχυρο |
| Κλητική | πανίσχυρε | πανίσχυρη | πανίσχυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανίσχυροι | πανίσχυρες | πανίσχυρα |
| Γενική | πανίσχυρων | πανίσχυρων | πανίσχυρων |
| Αιτιατική | πανίσχυρους | πανίσχυρες | πανίσχυρα |
| Κλητική | πανίσχυροι | πανίσχυρες | πανίσχυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →