Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανίσχυρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο εξαιρετικά ισχυρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανίσχυρος < ελληνιστική κοινή πανίσχυρος. Συγχρονικά αναλύεται σε παν- + ισχυρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανίσχυροςπανίσχυρηπανίσχυρο
Γενικήπανίσχυρουπανίσχυρηςπανίσχυρου
Αιτιατικήπανίσχυροπανίσχυρηπανίσχυρο
Κλητικήπανίσχυρεπανίσχυρηπανίσχυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανίσχυροιπανίσχυρεςπανίσχυρα
Γενικήπανίσχυρωνπανίσχυρωνπανίσχυρων
Αιτιατικήπανίσχυρουςπανίσχυρεςπανίσχυρα
Κλητικήπανίσχυροιπανίσχυρεςπανίσχυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →