παναθηναϊκός
•
- που περιλαμβάνει ή αφορά όλη την Αθήνα ή όλους τους Αθηναίους Βικιλεξικό
- παναθηναϊκή ποδηλατοδρομία
- που αφορά στα Παναθήναια, τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή της αρχαίας Αθήνας Βικιλεξικό
- Ο οπλιτοδρόμος του επισήματος της ασπίδας αυτής, ως προς τη στάση του, θα ήταν πολύ όμοιος με αυτούς των επισημάτων του δεύτερου και τρίτου αθλητή στον παναθηναϊκό αμφορέα στη Μπολώνια αριθ . PU 198, (Μιχάλης Α. Τιβέριος , Περίκλεια Παναθήναια: ένας κρατήρας του ζωγράφου του Μονάχου 2335, εκδ. Ανδρομέδα, 1989, σελ. 27)
Ετυμολογία
παναθηναϊκός < παν + αθηναϊκός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παναθηναϊκός | παναθηναϊκή | παναθηναϊκό |
| Γενική | παναθηναϊκού | παναθηναϊκής | παναθηναϊκού |
| Αιτιατική | παναθηναϊκό | παναθηναϊκή | παναθηναϊκό |
| Κλητική | παναθηναϊκέ | παναθηναϊκή | παναθηναϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παναθηναϊκοί | παναθηναϊκές | παναθηναϊκά |
| Γενική | παναθηναϊκών | παναθηναϊκών | παναθηναϊκών |
| Αιτιατική | παναθηναϊκούς | παναθηναϊκές | παναθηναϊκά |
| Κλητική | παναθηναϊκοί | παναθηναϊκές | παναθηναϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →