Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανανθρώπινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά στο σύνολο της ανθρωπότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανανθρώπινος < παν- + ανθρώπινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανανθρώπινοςπανανθρώπινηπανανθρώπινο
Γενικήπανανθρώπινουπανανθρώπινηςπανανθρώπινου
Αιτιατικήπανανθρώπινοπανανθρώπινηπανανθρώπινο
Κλητικήπανανθρώπινεπανανθρώπινηπανανθρώπινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανανθρώπινοιπανανθρώπινεςπανανθρώπινα
Γενικήπανανθρώπινωνπανανθρώπινωνπανανθρώπινων
Αιτιατικήπανανθρώπινουςπανανθρώπινεςπανανθρώπινα
Κλητικήπανανθρώπινοιπανανθρώπινεςπανανθρώπινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →