πανδούρος
•
- ιστορίαουγγροκροάτης ή ρουμάνος μισθοφόρος Βικιλεξικό
- Οι πανδούροι έδρασαν ως ιδιαίτερο σώμα στον αυστριακό στρατό κατά τον 18ο αι., διαβόητοι για τις ωμότητές τους και τις λεηλασίες.
- ιστορίαφύλακας, ένοπλος Βικιλεξικό
- Ἐνίοτε δὲ οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι μετὰ τῶν ὑπ’ αὐτοὺς στρατιωτῶν καταβαίνοντες εἰς τὰ χωρία τὰ πεδινὰ παρηνώχλουν τοὺς κατοίκους Ὀθωμανούς, καί, φέροντες κατ’ αὐτῶν τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον, κατέστρεφον πᾶν τὸ προστυχόν, ἠφάνιζον δὲ ἰδίᾳ τὰ μεγάλα κτήματα (τζιφλίκια) τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως εὑρισκομένων ἰσχυρῶν Ὀθωμανῶν. Οὖτοι δέ, εἰς τὴν φωνὴν τῆς ἀνάγκης ὑπείκοντες, ἐμεσίτευον παρὰ τῇ ἐξουσίᾳ ὅπως, κηδομένη τοῦ συμφέροντος τῶν κατοίκων καὶ ἐκείνου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, γένῃ μερχαμέτι, νὰ λάβῃ δηλαδὴ πρόνοιαν διορίζουσα αὐτοὺς παντούρους, φύλακας, κοινότερον δὲ καπετάνους. (Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενικὴ ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Τύποις τοῦ «Εὐαγγελισμοῦ» Δ. Καρακατσάνη, ἐν Ἀθήναις 1864, τ. 2, σελ. θʹ)
Ετυμολογία
πανδούρος < (άμεσο δάνειο) ουγγρική pandúr (αστυνομικός, αξιωματούχος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανδούρος | πανδούροι |
| Γενική | πανδούρου | πανδούρων |
| Αιτιατική | πανδούρο | πανδούρους |
| Κλητική | πανδούρε | πανδούροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →