Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανελλαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε ολόκληρη την Ελλάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανελλαδικός < παν- + ελλαδικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανελλαδικόςπανελλαδικήπανελλαδικό
Γενικήπανελλαδικούπανελλαδικήςπανελλαδικού
Αιτιατικήπανελλαδικόπανελλαδικήπανελλαδικό
Κλητικήπανελλαδικέπανελλαδικήπανελλαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανελλαδικοίπανελλαδικέςπανελλαδικά
Γενικήπανελλαδικώνπανελλαδικώνπανελλαδικών
Αιτιατικήπανελλαδικούςπανελλαδικέςπανελλαδικά
Κλητικήπανελλαδικοίπανελλαδικέςπανελλαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →