Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανεπιστήμων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συχνά ειρωνικόπου έχει επιστημονική γνώση για όλα τα γνωστικά πεδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανεπιστήμων < (ελληνιστική κοινή) < παν- + επιστήμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανεπιστήμωνπανεπιστήμωνπανεπιστήμον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →