Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανευτυχής

/pa.ne.ftiˈçis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοπάρα πολύ ευτυχισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανευτυχής < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πανευτυχής < παν- + εὐτυχής (ευτυχής)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανευτυχήςπανευτυχήςπανευτυχές
Γενικήπανευτυχούςπανευτυχούςπανευτυχούς
Αιτιατικήπανευτυχήπανευτυχήπανευτυχές
Κλητικήπανευτυχή / πανευτυχήςπανευτυχήςπανευτυχές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανευτυχείςπανευτυχείςπανευτυχή
Γενικήπανευτυχώνπανευτυχώνπανευτυχών
Αιτιατικήπανευτυχείςπανευτυχείςπανευτυχή
Κλητικήπανευτυχείςπανευτυχείςπανευτυχή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →