πανηγυρίζω
•
- για πόληγιορτάζω και διοργανώνω πανηγύρι σε μια θρησκευτική εορτή Βικιλεξικό
- εκδηλώνω τη χαρά μου, τον ενθουσιασμό μου με πανηγυρισμούς Βικιλεξικό
- παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
Ετυμολογία
πανηγυρίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πανηγυρίζω (αρχαία σημασία: συμμετέχω σε δημόσια γιορτή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πανηγυρίζω | πανηγυρίζεις | πανηγυρίζει | πανηγυρίζουμε | πανηγυρίζετε | πανηγυρίζουν / πανηγυρίζουνε |
| Παρατατικός | πανηγύριζα | πανηγύριζες | πανηγύριζε | πανηγυρίζαμε | πανηγυρίζατε | πανηγυρίζαν / πανηγυρίζανε / πανηγύριζαν |
| Αόριστος | πανηγύρισα | πανηγύρισες | πανηγύρισε | πανηγυρίσαμε | πανηγυρίσατε | πανηγυρίσαν / πανηγυρίσανε / πανηγύρισαν |
| Μέλλοντας | θα πανηγυρίζω / θα πανηγυρίσω | θα πανηγυρίζεις / θα πανηγυρίσεις | θα πανηγυρίζει / θα πανηγυρίσει | θα πανηγυρίζουμε / θα πανηγυρίσουμε | θα πανηγυρίζετε / θα πανηγυρίσετε | θα πανηγυρίζουν / θα πανηγυρίζουνε / θα πανηγυρίσουν / θα πανηγυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πανηγυρίσει | έχεις πανηγυρίσει | έχει πανηγυρίσει | έχουμε πανηγυρίσει | έχετε πανηγυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πανηγυρίσει | είχες πανηγυρίσει | είχε πανηγυρίσει | είχαμε πανηγυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πανηγυρίσει / να πανηγυρίζω / να πανηγυρίσω | να έχεις πανηγυρίσει / να πανηγυρίζεις / να πανηγυρίσεις | να έχει πανηγυρίσει / να πανηγυρίζει / να πανηγυρίσει | να έχουμε πανηγυρίσει / να πανηγυρίζουμε / να πανηγυρίσουμε | να έχετε πανηγυρίσει / να πανηγυρίζετε / να πανηγυρίσετε | να πανηγυρίζουν / να πανηγυρίζουνε / να πανηγυρίσουν / να πανηγυρίσουνε |
| Προστακτική | — | πανηγύριζε / πανηγύρισε | — | — | πανηγυρίζετε / πανηγυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →