Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανηγυριώτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που προσέρχεται σε μια πανήγυρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανηγυριώτης < πανηγύρ(ι) + -ιώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανηγυριώτηςπανηγυριώτες
Γενικήπανηγυριώτηπανηγυριωτών
Αιτιατικήπανηγυριώτηπανηγυριώτες
Κλητικήπανηγυριώτηπανηγυριώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →