πανηπειρωτικός
•
- ο σχετικός με ολόκληρη την Ήπειρο, ή με όλα τα μέρη της Ηπείρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανηπειρωτικός < παν- + ηπειρωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανηπειρωτικός | πανηπειρωτική | πανηπειρωτικό |
| Γενική | πανηπειρωτικού | πανηπειρωτικής | πανηπειρωτικού |
| Αιτιατική | πανηπειρωτικό | πανηπειρωτική | πανηπειρωτικό |
| Κλητική | πανηπειρωτικέ | πανηπειρωτική | πανηπειρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανηπειρωτικοί | πανηπειρωτικές | πανηπειρωτικά |
| Γενική | πανηπειρωτικών | πανηπειρωτικών | πανηπειρωτικών |
| Αιτιατική | πανηπειρωτικούς | πανηπειρωτικές | πανηπειρωτικά |
| Κλητική | πανηπειρωτικοί | πανηπειρωτικές | πανηπειρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →