Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανηπειρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με ολόκληρη την Ήπειρο, ή με όλα τα μέρη της Ηπείρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανηπειρωτικός < παν- + ηπειρωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανηπειρωτικόςπανηπειρωτικήπανηπειρωτικό
Γενικήπανηπειρωτικούπανηπειρωτικήςπανηπειρωτικού
Αιτιατικήπανηπειρωτικόπανηπειρωτικήπανηπειρωτικό
Κλητικήπανηπειρωτικέπανηπειρωτικήπανηπειρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανηπειρωτικοίπανηπειρωτικέςπανηπειρωτικά
Γενικήπανηπειρωτικώνπανηπειρωτικώνπανηπειρωτικών
Αιτιατικήπανηπειρωτικούςπανηπειρωτικέςπανηπειρωτικά
Κλητικήπανηπειρωτικοίπανηπειρωτικέςπανηπειρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →