Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανισλαμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πανισλαμισμό ή τους πανισλαμιστές ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανισλαμιστικός < πανισλαμιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανισλαμιστικόςπανισλαμιστικήπανισλαμιστικό
Γενικήπανισλαμιστικούπανισλαμιστικήςπανισλαμιστικού
Αιτιατικήπανισλαμιστικόπανισλαμιστικήπανισλαμιστικό
Κλητικήπανισλαμιστικέπανισλαμιστικήπανισλαμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανισλαμιστικοίπανισλαμιστικέςπανισλαμιστικά
Γενικήπανισλαμιστικώνπανισλαμιστικώνπανισλαμιστικών
Αιτιατικήπανισλαμιστικούςπανισλαμιστικέςπανισλαμιστικά
Κλητικήπανισλαμιστικοίπανισλαμιστικέςπανισλαμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →