πανκ
•
- μουσικήροκ μουσική με γρήγορο ρυθμό και τέμπο Βικιλεξικό
- κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας κατά των συμβατικών και κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς κι ένδυσης, που εκφράστηκε με αντισυμβατικά μέσα, π.χ. σκισμένα ρούχα, ασυνήθιστο κούρεμα, έντονο βάψιμο ή μακιγιάζ. Εκδηλώθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και τις Η.Π.Α, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανκ < αγγλική punk
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →