παννυχίδα
•
- θρησκείαολονύκτια εορτή αρχαίων θρησκειών Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςολονύκτια ακολουθία που τελείται από την προηγούμενη μέρα χριστιανικής εορτής Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςβρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηολονύκτιο γλέντι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παννυχίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παννυχίς από την αιτιατική «τὴν παννυχίδα» → δείτε απώτερη αρχή, οι αρχαίες λέξεις πᾶς& νύξ :* ο εκκλησιαστικός όρος < μεσαιωνική σημασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παννυχίδα | παννυχίδες |
| Γενική | παννυχίδας | παννυχίδων |
| Αιτιατική | παννυχίδα | παννυχίδες |
| Κλητική | παννυχίδα | παννυχίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →