Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παννυχίδα

/pa.niˈçi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαολονύκτια εορτή αρχαίων θρησκειών Βικιλεξικό
  2. εκκλησιαστικός όροςολονύκτια ακολουθία που τελείται από την προηγούμενη μέρα χριστιανικής εορτής Βικιλεξικό
  3. εκκλησιαστικός όροςβρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηολονύκτιο γλέντι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παννυχίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παννυχίς από την αιτιατική «τὴν παννυχίδα» → δείτε απώτερη αρχή, οι αρχαίες λέξεις πᾶς& νύξ :* ο εκκλησιαστικός όρος < μεσαιωνική σημασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαννυχίδαπαννυχίδες
Γενικήπαννυχίδαςπαννυχίδων
Αιτιατικήπαννυχίδαπαννυχίδες
Κλητικήπαννυχίδαπαννυχίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →