Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανορθοδοξιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με ολόκληρο τον χώρο των ορθοδόξων λαών, κατά το θρήσκευμα. Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με όλα τα Πατριαρχεία και τις ορθόδοξες εκκλησίες (αυτοκέφαλες και μη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανορθοδοξιακός < παν- + ορθοδοξιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανορθοδοξιακόςπανορθοδοξιακήπανορθοδοξιακό
Γενικήπανορθοδοξιακούπανορθοδοξιακήςπανορθοδοξιακού
Αιτιατικήπανορθοδοξιακόπανορθοδοξιακήπανορθοδοξιακό
Κλητικήπανορθοδοξιακέπανορθοδοξιακήπανορθοδοξιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανορθοδοξιακοίπανορθοδοξιακέςπανορθοδοξιακά
Γενικήπανορθοδοξιακώνπανορθοδοξιακώνπανορθοδοξιακών
Αιτιατικήπανορθοδοξιακούςπανορθοδοξιακέςπανορθοδοξιακά
Κλητικήπανορθοδοξιακοίπανορθοδοξιακέςπανορθοδοξιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →