πανοσιότητα
•
- θρησκείατο να είναι κάποιος πανόσιος, η ιδιότητα του πανόσιου Βικιλεξικό
- θρησκείαπροσφώνηση κάποιου πανοσιότατου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανοσιότητα < πανόσιος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανοσιότητα | πανοσιότητες |
| Γενική | πανοσιότητας | πανοσιοτήτων |
| Αιτιατική | πανοσιότητα | πανοσιότητες |
| Κλητική | πανοσιότητα | πανοσιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →