πανσλαβικός
•
- ο σχετικός με ολόκληρη τον χώρο των Σλάβων, ή των χωρών τους Βικιλεξικό
- ο σχετικός με τον πανσλαβισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανσλαβικός < παν- + σλαβικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσλαβικός | πανσλαβική | πανσλαβικό |
| Γενική | πανσλαβικού | πανσλαβικής | πανσλαβικού |
| Αιτιατική | πανσλαβικό | πανσλαβική | πανσλαβικό |
| Κλητική | πανσλαβικέ | πανσλαβική | πανσλαβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσλαβικοί | πανσλαβικές | πανσλαβικά |
| Γενική | πανσλαβικών | πανσλαβικών | πανσλαβικών |
| Αιτιατική | πανσλαβικούς | πανσλαβικές | πανσλαβικά |
| Κλητική | πανσλαβικοί | πανσλαβικές | πανσλαβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →