Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανσλαβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με ολόκληρη τον χώρο των Σλάβων, ή των χωρών τους Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με τον πανσλαβισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανσλαβικός < παν- + σλαβικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσλαβικόςπανσλαβικήπανσλαβικό
Γενικήπανσλαβικούπανσλαβικήςπανσλαβικού
Αιτιατικήπανσλαβικόπανσλαβικήπανσλαβικό
Κλητικήπανσλαβικέπανσλαβικήπανσλαβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσλαβικοίπανσλαβικέςπανσλαβικά
Γενικήπανσλαβικώνπανσλαβικώνπανσλαβικών
Αιτιατικήπανσλαβικούςπανσλαβικέςπανσλαβικά
Κλητικήπανσλαβικοίπανσλαβικέςπανσλαβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →