πανσπερμίστρια
•
- θηλυκό του πανσπερμιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανσπερμίστρια < πανσπερμισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσπερμίστρια | πανσπερμίστριες |
| Γενική | πανσπερμίστριας | πανσπερμιστριών |
| Αιτιατική | πανσπερμίστρια | πανσπερμίστριες |
| Κλητική | πανσπερμίστρια | πανσπερμίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →