Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανσπερμίστρια

/pan.speɾˈmi.stɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του πανσπερμιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανσπερμίστρια < πανσπερμισ(τής) + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανσπερμίστριαπανσπερμίστριες
Γενικήπανσπερμίστριαςπανσπερμιστριών
Αιτιατικήπανσπερμίστριαπανσπερμίστριες
Κλητικήπανσπερμίστριαπανσπερμίστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →