παντέρημος
•
- για άτομοολομόναχος Βικιλεξικό
- ήταν παντέρημος ο ορφανός
- για χώροολόαδειος και εγκαταλελειμμένος Βικιλεξικό
- βρήκε το θέατρο παντέρημο
Ετυμολογία
παντέρημος < πάντα + έρημος (μάλλον μεσαιωνικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παντέρημος | παντέρημη | παντέρημο |
| Γενική | παντέρημου | παντέρημης | παντέρημου |
| Αιτιατική | παντέρημο | παντέρημη | παντέρημο |
| Κλητική | παντέρημε | παντέρημη | παντέρημο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παντέρημοι | παντέρημες | παντέρημα |
| Γενική | παντέρημων | παντέρημων | παντέρημων |
| Αιτιατική | παντέρημους | παντέρημες | παντέρημα |
| Κλητική | παντέρημοι | παντέρημες | παντέρημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →