Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντέρημος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άτομοολομόναχος Βικιλεξικό
    • ήταν παντέρημος ο ορφανός
  2. για χώροολόαδειος και εγκαταλελειμμένος Βικιλεξικό
    • βρήκε το θέατρο παντέρημο

Ετυμολογία

παντέρημος < πάντα + έρημος (μάλλον μεσαιωνικός σχηματισμός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντέρημοςπαντέρημηπαντέρημο
Γενικήπαντέρημουπαντέρημηςπαντέρημου
Αιτιατικήπαντέρημοπαντέρημηπαντέρημο
Κλητικήπαντέρημεπαντέρημηπαντέρημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντέρημοιπαντέρημεςπαντέρημα
Γενικήπαντέρημωνπαντέρημωνπαντέρημων
Αιτιατικήπαντέρημουςπαντέρημεςπαντέρημα
Κλητικήπαντέρημοιπαντέρημεςπαντέρημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →