Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πλήρης, ολοκληρωτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παντελής < αρχαία ελληνική παντελής < παν- + τέλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντελήςπαντελήςπαντελές
Γενικήπαντελούςπαντελούςπαντελούς
Αιτιατικήπαντελήπαντελήπαντελές
Κλητικήπαντελή / παντελήςπαντελήςπαντελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντελείςπαντελείςπαντελή
Γενικήπαντελώνπαντελώνπαντελών
Αιτιατικήπαντελείςπαντελείςπαντελή
Κλητικήπαντελείςπαντελείςπαντελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →