Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντελονάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παντελόνι μικρού μεγέθους για παιδί Βικιλεξικό
  2. παντελόνι με κοντά μπατζάκια, σορτς Βικιλεξικό
    • η ομάδα εμφανίστηκε στο γήπεδο με άσπρες μπλούζες και γαλάζια παντελονάκια
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953. @google.gr/books

Ετυμολογία

παντελονάκι < παντελόνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαντελονάκιπαντελονάκια
Γενική——
Αιτιατικήπαντελονάκιπαντελονάκια
Κλητικήπαντελονάκιπαντελονάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →